Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Ε τώρα μου θες και τίτλο.

δύσκολες οι διχοτομήσεις στην ζωή πριν μετά πάνω κάτω ουρανός πίσσα πίστη διάψευση άλλωστε πως να σταθείς καβαλικεύοντας την βεβαιότητα περιμένοντας να σε οδηγήσει στον προορισμό σου μια εποχή που η ένδοια μπλέκεται με τα διψασμένα μάτια θα περπατήσω λες άλλωστε απόψε δεν θα περάσουν γρήγορα λεωφορεία και επιστρέφεις με μια αίσθηση επιφυλακής αλλά φουσκωμένο στηθος και ελαφρό βήμα αυτά τα μέρη ανήκουν σε εσένα και σε εσένα χαμόσπιτα γκρεμισμένα προσφυγικά τσίγκινα σουβλατζίδικα η μονοκατοικία "πολυτέκνων" χαραγμένη με κιμωλία τώρα πια πωλείται λαμαρίνα στράτζα τοίχοι γραμμένοι ως τον σοβά στρώμματα ετών η παράγκα που πάντα γλένταγαν κλειστή φαίνεται ώρα για ύπνο κίτρινο λαμπίσιο φως ρίχνει σκιές στα χέρσα οικόπεδα χαράσει την κλειστή πόρτα σου στη γωνία του βλέμματος_πίσω πολιορκητικός κρυός για το στήθος βλέπεις δύσκολη αυτή η ματιά το κουδούνι πλέον χωρίς όνομα ξεσχισμένο το χαρτάκι με το επίθετο το σπίτι άδειο μαζεμένες οι τέντες μήνες έχει κάποιος να μείνει εδώ δείχνει κάπως τρομακτική η γύμνια κοντοστέκεσαι αλλά πάμε έχεις ξαναβρεθεί άπειρες φορές εδώ συνεχίζεις γρηγορα έφτασες έχουν εκπαιδευτεί τα πόδια σου είναι όλα όμορφα ενώ δεν είναι αλλά είναι δικά σου δικά σου στο τώρα όχι στο τότε και συνεχίζεις περνάς το νοσοκομείο το σκοτεινό μπαρ πίσω από την στάση λεωφορείου στην λεωφόρο μπλέκεσαι στους νεολαίους που μόλις βγαίνουν από το σινεμά χαίρεσαι να τους ακούς και ας τους λένε συνομίλικοι "βάρβαρους" πάλι δεν περνάει λεωφορείο νευρικότητα και βλέμματα κατανόησης μικρή συζήτηση με εργάτες λαϊκής αγοράς που βγήκαν κατ' εξαιρεση χωρις το φορτηγακι μαλλον ραντεβου ελπίζεις να πήγε καλά δεν πειράζει ας μην φορέσεις ακουστικά σε αυτόν τον γυρισμό θες να φωνάξεις να φωνάξεις δυνατά να κλάψεις από χαρά και όχι μόνο πρέπει να μείνεις δεν μας αξίζει αυτό που μας κάνουν αξίζει να μείνεις μόνο και μόνο για την κραυγή του πιτσιρικά στο παραλίγο_ξεριζωμένο δάσος "ΝΑΙΙΙΙ!!!! ΝΙΚΗΗΗΗ!!!!" οταν αυτός κατάφερε με την τρίτη να ανέβει την ανηφόρα καθισμένος στο πατίνι του, ένα μοναχικό χειμωνιάτικο σούρουπο
που εσύ έλειπες
αλλά εγώ σε ψηλαφούσα
με τον νού.

Όπως και τώρα.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Μέχρι (που;)

η τοποθέτηση; πολύ σωστή.
όλα στο μέρος που τους αρμόζει
αστεία στον σωστό χρόνο
στο πρέπον μήκος
μην παρεξηγηθείς αλλά να γοητεύσεις
με όρια βέβαια
μην δείξεις και ζητιάνος
η αδιάφορος
 
χρόνοι υπό συνεχή ανατροπή
με περιοδικότητα όμως φυσικής επιστήμης
ξέρω πότε είναι το ξημέρωμα
και πως θα μεταβάλλεται για μένα η έννοια του
εννοείται, με όρια
ποιός θέλει να καταρρεύσει, η να χαρεί παραπάνω από όσο του πρεπε;

οι καθημερινές παραστάσεις
ρεπερτορίου
μεταφέρεις το μήνυμα
και μια σταλιά απ' το αίσθημα
ξέροντας τα όρια της κατανόησης
λόγια που βγαίνουν απ το στόμα πεφτουν σε χάσμα
και χαράσουν το μέσα απ' μάγουλα
τα αυτιά που έπρεπε να παίρνουν, λείπουν
τα αυτιά που λαμβάνουν, υπολείπουν

σταθερή θερμοκρασία
προβλέψιμο βάρος που τα χέρια μπορούν να κουβαλήσουν
προβλέψιμη ενδοπυρήνια κατάρρευση του εαυτού
προβλέψιμο το φάρμακο στην πληγή
με όρια πάντα, μην κατηγορηθώ για εξάρτηση
σύνορα και απουσίες
μικροσωματίδια επικάθονται επί
ορατών τε πάντων και αοράτων

δίνωντας σχήμα στο άσχημο
άυλο
σύνορο που μας διαπερνά εγκάρσια
χτίζομαι και χτίζω κάθε μέρα σ/το τοίχος πιο ψηλό
εγώ εδώ, εσύ_παντού

Δεν μπορώ να σκάψω από κάτω του με ένα κουτάλι και να κάνω ταινία την ιστορία
Δεν μπορώ να του ανοίξω μια τρύπα να βάλω το χέρι, να ξυπνήσει η αφή
*numb
Δεν μπορώ να καλέσω τον Banksy να ζωγραφίσει πάνω του
να το φωτογραφίσω και να κάνω τον καμπόσο στους φίλους μου.

Ένα ακόμα τουβλάκι λοιπόν.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

«Όταν Επιστρέψω...»


Ένα από τα πιο αγαπημένα ποιήματα, και γνωστότερα στην Ρωσσία και όχι μόνο, του Αλεξάντρ Αρκάντγιεβιτς Γκάλιτς, το" Όταν επιστρέψω" («Когда я вернусь...»), ερμηνευμένο από τον Σεργκέη Νικιτιν, οποίος εκφράζει και στην αρχή του τραγουδιού, την λύπη του, μιας και ο συγγραφέας, δεν επέστρεψε ποτέ.

Ανεπίσημη (και πολύ αρχάρια), ελληνική μετάφραση.

Η ιστορία του τραγουδιού. Μακριά από ανιστορικές καταδίκες και ποικίλες "Εδέμ".

Ο Αλεξάντρ Αρκάντιεβιτς Γκάλιτς, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Γκινσμπουργκ, γεννήθηκε στο σημερινό Ντιπνοπετρόφσκ της κεντρικής Ουκρανίας (Τότε Εκατερίνοσλαφ). Για αρκετά χρόνια αποτελούσε αξιοσέβαστο πολίτη σύμφωνα για τα δεδομένα του κράτους, σπουδάζοντας στο Πανεπιστήμιο των Γραπτών Τεχνών και έπειτα περνώντας στο θέατρο, στο οποίο και εργάστηκε για πολλά χρόνια, πριν κατασταλάξει στο ιδιαίτερο στυλ ποιήσεως που τον χαρακτήρισε μέχρι και τον θάνατό του το 1977. Για εκείνον, "η ποίηση ήταν πάντα μια έκκληση βοήθειας, και "μόνο με την ποίηση μπορούσε να πεί όλα όσα ήθελε, ολοκληρωμένα".



Φρόντιζε ιδιαίτερα το έργο του, τραγουδώντας με έναν φαινομενικά απλό αλλά βαθιά αισθαντικό τρόπο. Τα κριτικά για το καθεστώς και αλληγορικά του τραγούδια, στα οποία έδωσε όλη την ψυχή του ειδικά μετά το 1960, κυκλοφορούσαν παράνομα και με μεγάλες προφυλάξεις, χάρις τις πρώτες ηχτικές κασσέτες, που επέτρεψαν μια πρώτης μορφής, αυτοέκδωση”. Εν τέλει ο ποιητής διεγράφη από την Σοβιετική Ένωση Συγγραφέων και Κινηματογραφιστών. Ο μόνος πόρος που του απέμεινε, που το κράτος δεν μπορούσε να του αφαιρέσει, ήταν η ελάχιστη αναπηρική του σύνταξη, ανεπαρκής για την συντήρησή του.

Στις 20 Ιουνίου το 1974, του δώθηκε η επιλογή από την KGB η να αυτοεξοριστεί από την ΕΣΣΔ η να αντιμετωπίσει φυλάκιση 7 ετών.

Έπειτα από 5 ημέρες αναχώρησε για την Νορβηγία.
Ένα από τα τελευταία ποιήματα του Α. Γκάλιτς πριν την αναχώρηση του, είναι το “Όταν επιστρέψω”, ενα ποιήμα λυρικό, παράδοξο, που σπάει συχνά τον τέταρτο τοίχο, που καταπιάνεται με την αναμενόμενη απο τον ίδιο, επιστροφή του στην Ρωσσία.


Βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Παρίσι, κρατώντας ένα περίστροφο, στις 15 Δεκεμβρίου 1977.

Δεν επέστρεψε ποτέ.